“Στην κατάσταση της ανελευθερίας τους ο Χίτλερ επέβαλε στους ανθρώπους μια νέα κατηγορική προσταγή: να ρυθμίζουν τη σκέψη και τις πράξεις τους έτσι ώστε να μην επαναληφθεί το Άουσβιτς, να μη συμβεί τίποτε παρόμοιο”
T. W Adorno
Ογδόντα ένα χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη στιγμή κατά την οποία ο Κόκκινος Στρατός διέκοψε υλικά —έστω και καθυστερημένα— τη λειτουργία της πιο ριζοσπαστικά εξορθολογισμένης μηχανής μαζικής εξόντωσης που παρήγαγε ποτέ η ανθρώπινη ιστορία. Στις 27 Ιανουαρίου 1945, τα σοβιετικά στρατεύματα απελευθέρωσαν περίπου 7.000 επιζώντες του στρατοπέδου συγκέντρωσης και εξόντωσης του Άουσβιτς, φέρνοντας στο φως ένα τοπίο απόλυτης αποανθρωποποίησης, όπου η βιομηχανική οργάνωση της εργασίας είχε μετασχηματιστεί σε βιομηχανική οργάνωση του θανάτου.
Μόνο στο σύμπλεγμα Άουσβιτς–Μπίρκεναου εξοντώθηκαν πάνω από 1.100.000 άνθρωποι, στην πλειονότητά τους Εβραίοι, ενώ συνολικά το Ολοκαύτωμα κόστισε τη ζωή σε περίπου έξι εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, κατά την προέλαση των συμμαχικών στρατευμάτων των ΗΠΑ και της Βρετανίας στο γερμανικό έδαφος, αποκαλύφθηκε η συστηματική, πολυκεντρική και διοικητικά ενορχηστρωμένη φύση του ναζιστικού συμπλέγματος στρατοπέδων συγκέντρωσης και εξόντωσης: ενός ολοκληρωμένου δικτύου κρατικής τρομοκρατίας και τεχνικοποιημένης γενοκτονίας.
Το Ολοκαύτωμα δεν συνιστά απλώς ένα ιστορικό έγκλημα ακραίας κλίμακας, αλλά την πιο συμπυκνωμένη έκφραση της εργαλειακής λογικής της νεωτερικότητας, εκεί όπου η τεχνική ορθολογικότητα μετατρέπεται σε μηχανισμό οργανωμένης μαζικής δολοφονίας. Πρόκειται για μια ιστορικά μοναδική διαδικασία, όχι επειδή υπήρξε απλώς «πιο βίαιη» από προηγούμενες, αλλά επειδή ενσάρκωσε την πλήρη σύζευξη της κρατικής γραφειοκρατίας, της επιστημονικής γνώσης, της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας και της φυλετικής κοσμοαντίληψης σε ένα ενιαίο σύστημα εξόντωσης.
Η γενοκτονία των Εβραίων και των άλλων στοχοποιημένων ομάδων —Ρομά, Σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου, κομμουνιστών, ομοερωτικών, ατόμων με αναπηρίες (πρόγραμμα Τ4), Μαρτύρων του Ιεχωβά και πολλών ακόμη— δεν ήταν ένα ιστορικό «ατύχημα» ή παρέκκλιση από την κανονικότητα της νεωτερικής προόδου. Αντιθέτως, αποτελεί μια από τις πιο ακραίες και αποκαλυπτικές μορφές της εσωτερικής λογικής της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, όπου η κυριαρχία της αφηρημένης αξίας και της διοικητικής ορθολογικότητας διαπερνά το ίδιο το ανθρώπινο σώμα. Το Ολοκαύτωμα χαρακτηρίζει την ορθολογική οργάνωση του ανορθολογισμού
Ο σύγχρονος νεωτερικός αντισημιτισμός, ως Ιδεολογία, δεν μπορεί να αναχθεί στον προνεωτερικό αντι-ιουδαϊσμό. Συνιστά ένα διακριτό φαινόμενο: μια ψευδο-κριτική του καπιταλισμού, η οποία δεν στοχεύει στις απρόσωπες κοινωνικές σχέσεις και την καπιταλιστική ολότητα, αλλά προσωποποιεί την αφηρημένη κυριαρχία του κεφαλαίου σε μια φαντασιακή φιγούρα — τον «Εβραίο». Ο αντισημιτισμός λειτουργεί ως ο ιδεολογικός μηχανισμός εκτόνωσης της κοινωνικής αγωνίας και της οργής για την εξαθλίωση που παράγει η καπιταλιστική νεωτερικότητα, μετατοπίζοντας την κριτική από τις δομές στις υποτιθέμενες «σκιώδεις ελίτ».
Μέσα από αυτή τη μυθοπλασία, ο «Εβραίος» αναγορεύεται στον μεταφυσικό υπαίτιο της καπιταλιστικής κρίσης, της κοινωνικής αποδιάρθρωσης και της ιστορικής αστάθειας. Γίνεται η προσωποποίηση του χρηματιστικού κεφαλαίου, της αφηρημένης εργασίας και της παγκοσμιοποιημένης κυκλοφορίας του χρήματος. Πρόκειται για μια διαστροφική μορφή «αντικαπιταλιστικής» αγανάκτησης, η οποία αντί να στοχεύει την κοινωνική σχέση που παράγει την εκμετάλλευση, επινοεί έναν ανθρωπομορφικό εχθρό, προικισμένο με σχεδόν δαιμονικά χαρακτηριστικά.
Ο εθνικοσοσιαλισμός αποτέλεσε μια αντεπαναστατική σύνθεση του τεχνοκρατικού εξορθολογισμού, της εθνικιστικής μυθολογίας και του φυλετικού μυστικισμού, η οποία επιχείρησε να επιλύσει τις αντιφάσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας μέσω της εξόντωσης ενός κατασκευασμένου εσωτερικού εχθρού. Η βιομηχανία θανάτου του Τρίτου Ράιχ δεν υπήρξε μονάχα για λόγους που εξυπηρετούσαν την οργάνωση της κρατικής τρομοκρατίας, αλλά ήταν η υλική πραγμάτωση μιας ιδεολογίας που μετασχημάτισε την κοινωνική κρίση σε βιοπολιτικό σχέδιο εκκαθάρισης.
Στο πλαίσιο αυτής της λογικής, ο «Εβραίος» κατασκευάζεται ως το απόλυτο «αντι-ανθρώπινο», ως ενσάρκωση της αποσύνθεσης, της αφηρημένης κυριαρχίας και της υποτιθέμενης διαφθοράς του κόσμου. Η εξόντωσή του παρουσιάζεται ως προϋπόθεση για την αποκατάσταση μιας φαντασιακής οργανικής κοινότητας, μιας υπερταξικής «λαϊκής ενότητας» απαλλαγμένης από τις αντιφάσεις του πολιτισμού της αξίας. Έτσι, η γενοκτονία μετατρέπεται σε μια μεταφυσικοποιημένη ιστορική αποστολή, σε μια απόπειρα βίαιης εξαγνιστικής λύσης των αντιφάσεων της καπιταλιστικής νεωτερικότητας.
Το Άουσβιτς, υπό αυτή την έννοια, δεν αποτελεί απλώς ένα τόπο μνήμης, αλλά τον αρνητικό ορίζοντα της ιστορίας: την ακραία στιγμή όπου η εργαλειακή λογική, η κρατική κυριαρχία και η φετιχοποιημένη μορφή της αξίας συνέκλιναν σε μια απόλυτη άρνηση του ανθρώπινου.
Ογδόντα ένα χρόνια μετά τον τερματισμό του μεγαλύτερου εγκλήματος που γνώρισε η ανθρωπότητα, ο αγώνας της μνήμης ενάντια στην ιστορική λήθη εξακολουθεί να συνιστά πρωτεύον πολιτικό και ηθικό καθήκον για κάθε υποκείμενο που αρνείται να συμβιβαστεί με την κανονικοποίηση της βαρβαρότητας και παλεύει για την πανανθρώπινη χειραφέτηση. Η μνήμη του Ολοκαυτώματος δεν αποτελεί απλώς τελετουργική αναφορά στο παρελθόν, αλλά υλικό-θεωρητικό πεδίο σύγκρουσης, στο οποίο διακυβεύεται το νόημα της ιστορίας, της ευθύνης και της δυνατότητας μιας κοινωνικής οργάνωσης χειραφετημένη από την εκμετάλλευση.
Ιδίως σήμερα, κάτι παραπάνω από δύο χρόνια μετά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου 2023, σε μια συγκυρία κατά την οποία ο αντισημιτισμός γνωρίζει εκ νέου ανησυχητική έξαρση —με εκατοντάδες επιθέσεις, εκ των οποίων αρκετές δολοφονικές— καθίσταται φανερό ότι ο κόσμος βαδίζει εκ νέου προς μια ανασύνθεση του φασιστικού φαντασιακού, πάντοτε μέσα από μετασχηματισμένες μορφές που αντιστοιχούν στις ιστορικές συνθήκες της σύγχρονης καπιταλιστικής κρίσης. Η υποτιθέμενη «οριστική ήττα» του φασισμού αποδεικνύεται ιστορικά ανεπαρκής· οι ναζιστικές ιδέες όχι μόνο δεν εξαφανίστηκαν, αλλά ενσωματώθηκαν, εξευγενίστηκαν και ανακυκλώθηκαν ως δομικά στοιχεία των κυρίαρχων πολιτικών και ιδεολογικών μηχανισμών των καπιταλιστικών εθνών-κρατών.
Χαρακτηριστική είναι η θεσμική απόπειρα ιστορικού αναθεωρητισμού, η οποία εξισώνει την ΕΣΣΔ με τον ναζισμό, επιχειρώντας την αποενοχοποίηση του δεύτερου μέσω της συκοφαντικής αναθεώρησης της ιστορίας. Η εξίσωση των απελευθερωτών με τους δήμιους, δεν αποτελεί απλή καταδίκη του «ολοκληρωτισμού», αλλά ενεργό ιδεολογικό όπλο της καπιταλιστικής κυριαρχίας.
Ο αντικομμουνισμός και ο αντισημιτισμός συγκροτούν σήμερα δύο αλληλοτροφοδοτούμενους κρίκους της κυρίαρχης ιδεολογικής αφήγησης. Και οι δύο αντλούν τη δύναμή τους από την ιστορική λήθη, από τη συστηματική αποσύνδεση της ιστορικής εμπειρίας από τις υλικές της αιτίες και από την προσπάθεια εξουδετέρωσης κάθε ριζοσπαστικής κριτικής της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Η αναθεώρηση της ιστορίας, που εξισώνει τη Σοβιετική Ένωση με τη ναζιστική Γερμανία και τα θύματα του αντιφασιστικού αγώνα με τους θύτες, λειτουργεί ως μηχανισμός ιδεολογικής εξομάλυνσης της βαρβαρότητας.
Η έννοια του «εβραιομπολσεβικισμού» υπήρξε άλλωστε κεντρικός άξονας της ναζιστικής μυθολογίας, λειτουργώντας συμπληρωματικά προς την προσωπομορφοποίηση του καπιταλισμού στο φαντασιακό πρόσωπο του «Εβραίου». Σύμφωνα με τον αντισημιτικό λίβελο των Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών, οι Εβραίοι παρουσιάζονταν ως υπερ-ιστορικοί ενορχηστρωτές τόσο του καπιταλισμού όσο και του κομμουνισμού, μετατρεπόμενοι σε μεταφυσική αρχή του κακού. Μέσα από αυτή την ιδεολογική διαστροφή, τα μικροαστικά στρώματα ανέπτυξαν μια σχιζοφρενική εχθρότητα: μισούσαν τον καπιταλισμό επειδή τους καθηλώνει κοινωνικά, αλλά και τον κομμουνισμό επειδή απειλεί τις φαντασιακές τους φιλοδοξίες κοινωνικής ανόδου. Έτσι, η κοινωνική αγωνία μεταφράστηκε σε φυλετικό μίσος.
Ο νεωτερικός αντισημιτισμός, που διαμορφώθηκε ήδη από την τσαρική Ρωσία και βρήκε πρώιμη μαζική έκφραση στη Γαλλία της υπόθεσης Ντρέυφους, συνιστά μια ιδιαίτερη μορφή ιδεολογικής ψευδο-κριτικής: αντί να στοχεύει τις κοινωνικές σχέσεις της καπιταλιστικής παραγωγής και εκμετάλλευσης, προσωποποιεί την αφηρημένη κυριαρχία του κεφαλαίου σε μια μυθοποιημένη φιγούρα, φορτισμένη με μεταφυσικές και δαιμονικές ιδιότητες.
Στη σύγχρονη συγκυρία, σημαντικό τμήμα του αντισημιτικού λόγου καλύπτεται πίσω από το προσωπείο του αριστερού «αντισιωνισμού». Εδώ, δυστυχώς, δεν μπορεί να εξαιρεθεί μεγάλο μέρος της αριστεράς, της αυτονομίας και του αναρχικού χώρου, που συχνά αναπαράγουν ρητορικές εξίσωσης του κράτους των επιζώντων του Ολοκαυτώματος με το ναζιστικό καθεστώς. Η σχετικοποίηση της γενοκτονίας, η μετατροπή του θύματος σε θύτη και η ιδεολογική αποδόμηση της ιστορικής μοναδικότητας του Ολοκαυτώματος συνιστούν μορφές του σύγχρονου αντισημιτισμού, ακόμη και όταν αυτές εμφανίζονται με «αντιιμπεριαλιστικό» ή προοδευτικό μανδύα.
Ειδικά μετά την 7η του Οκτώβρη 2023, οι αντισημιτικές δολοφονικές επιθέσεις, οι βεβηλώσεις συναγωγών, νεκροταφείων και μνημείων του Ολοκαυτώματος δεν αφήνουν περιθώρια για καμία εφησυχαστική ερμηνεία.
Η πλειονότητα της ελληνικής αριστεράς επιδίδεται σε επιλεκτικές και εργαλειακές μορφές «αντιιμπεριαλισμού», οργανώνοντας κινητοποιήσεις ενάντια σε ένα εξωτερικό «κράτος-δολοφόνο», ενώ ταυτόχρονα προκλητικά πρωταγωνίστησε και σε αντισημιτικές επιθέσεις στο εσωτερικό του κράτους. Η επιλεκτική της ευαισθησία, η οποία σιωπάει όταν πρόκειται για συγκρούσεις, εξεγέρσεις και ταξικούς πολέμους σε περιοχές όπως το Σουδάν, τη Συρία, το Ιράν κοκ, αποκαλύπτει τον βαθμό στον οποίο ο «διεθνισμός» τους λειτουργεί ως ιδεολογικό άλλοθι υπεράσπισης ενός μπλοκ των καπιταλιστικών συμφερόντων. Αυτός είναι ο «άξονας της αντίστασης». Χρήσιμο να σημειωθεί ότι στο εσωτερικό του δικού μας αστικού κράτους, αυτή η αριστερά, στην καλύτερη περίπτωση σιωπάει απέναντι στην πολυεπίπεδη επίθεση του Ελληνικού Κεφαλαίου στο όνομα της προτεραιότητας που έχει ο «αντιιμπεριαλιστικός αγώνας». Έτσι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή λειτουργεί ως άλλοθι, λειτουργεί ως ιδεολογία απόκρυψης της συνολικής υποχώρησης ακόμα και της απουσίας αυτής της αριστεράς από τον ταξικό αγώνα στο εσωτερικό.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η αδυναμία ή απροθυμία κατανόησης των ιστορικών και υλικών προϋποθέσεων που οδήγησαν στη συγκρότηση του κράτους του Ισραήλ. Η εξίσωση του Ισραήλ με το ναζιστικό καθεστώς, η καταγγελία ενός «νέου Ολοκαυτώματος» και η ταύτιση του θύματος με τον θύτη συνιστούν όχι μόνο ιστορική παραχάραξη, αλλά και ιδεολογική αναπαραγωγή των κλασικών αντισημιτικών στερεοτύπων.
Από κοντά όμως είναι και όσοι έχουν εργαλειοποιήσει τον αγώνα ενάντια στον αντισημιτισμό με στόχο να προωθήσουν την ατζέντα μιας Νέας Ακροδεξιάς, εθνικιστικές θέσεις ή και τις φιλελεύθερες που συχνά συμπληρώνουν τις πρώτες, μέσα από την σκληρή σύμπλευση τους με τις επιλογές του ελληνικού καπιταλιστικού κράτους. Με έναν τρόπο ο χώρος αυτός έχει γίνει το alter ego των ομαδοποιήσεων που στηρίζουν τυφλά κάθε αντιδυτικό, αντισημιτικό αυταρχικό καθεστώς ή οργάνωση της Μέσης Ανατολής με μοναδικό κριτήριο τον αντιδυτικό αντιιμπεριαλισμό τους. Η κριτική σκέψη έχει αντικατασταθεί από τον οπαδισμό.
Η μνήμη, εάν δεν μετασχηματιστεί σε κριτική πράξη και υλική πολιτική δέσμευση, καταντά ένα κενό μνημόσυνο. Η υπεράσπιση της ιστορικής αλήθειας απέναντι στην αναθεώρηση, η αδιάλλακτη αντίσταση στον αντισημιτισμό και η ριζική κριτική της καπιταλιστικής κοινωνίας αποτελούν αδιαχώριστες στιγμές ενός ενιαίου αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, που τώρα και πάλι μας απειλεί μέσω της παγκόσμιας γενίκευσης του πολέμου.
Shades Aufbau: Κοινότητα – Θεωρία – Δικτύωση